Για τα γεγονότα στο τριήμερο του Πολυτεχνείου 2025 και το ιστορικό που προηγήθηκε
Το πρωί της 15ης Νοεμβρίου, κατά την έναρξη του τριημέρου για την επέτειο του Πολυτεχνείου, η αριστερίστικη γκρούπα της ΑΡΑΣ εξαπέλυσε δολοφονική επίθεση εναντίον της ανοιχτής συνέλευσης για την 17Ν και αναρχικών φοιτητών/τριών, όπως και εργαζόμενων που βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στον χώρο. Αποτέλεσμα της επίθεσης που είχε χαρακτηριστικά πογκρόμ ήταν πολλά συντρόφια να τραυματιστούν βαρύτατα και να νοσηλευτούν.
Παρά την κατασταλτική επιχείρηση της ΑΡΑΣ, η κατάληψη που είχε αποφασιστεί στον χώρο του Μηχανουργείου πραγματοποιήθηκε στεγάζοντας εκδηλώσεις και συνελεύσεις κατά τη διάρκεια του τριημέρου. Οι αναρχικές-αναρχικοί που πλαισίωσαν τις συνελεύσεις που καλέστηκαν την ίδια μέρα, αποφάσισαν να προβούν σε αντικατασταλτική συγκέντρωση την 16η Νοεμβρίου στο προαύλιο του Πολυτεχνείου, με στόχο την εκδίωξη των παρακρατικών ταγμάτων από τον χώρο. Την ημέρα της συγκέντρωσης οι τραμπούκοι φρόντισαν να αποχωρήσουν λίγο νωρίτερα και να κρυφτούν στα γραφεία του κόμματος της ΛΑΕ. Μάταια περίμεναν εκατοντάδες συντρόφισσες και σύντροφοι να παρευρεθούν στην εκδήλωση που είχαν ανακοινώσει οι ΑΡΑΣίτες το απόγευμα της ίδιας μέρας. Παρομοίως έπραξαν και ανήμερα της επετειακής πορείας κατά τη διάρκεια της οποίας περιφέρονταν πότε πλάι στους μπάτσους και πότε στην αγκαλιά του κόμματος, αποκομμένοι από το υπόλοιπο σώμα της πορείας.
Την επόμενη μέρα κάποια από τα χτυπημένα άτομα πήραν εξιτήριο από το νοσοκομείο. Κατά την επιστροφή τους μπάτσοι της ΔΡΑΣΗ σταμάτησαν δύο από αυτά καταμεσής του δρόμου , τα περισσότερο τραυματισμένα, και αφού τα ανάγκασαν να περάσουν τη νύχτα στη ΓΑΔΑ τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες για φθορές.
Αξιοπρόσεκτη είναι η υποβάθμιση των γεγονότων του τριημέρου από τα μμε, με εξαίρεση κάποιες φυλλάδες που ως συνήθως δημιούργησαν εντυπώσεις με παραπλανητικά άρθρα, γεμάτα ψεύδη και ανακρίβειες. Αντίστοιχες περιπτώσεις στο παρελθόν αναπαράγονταν σκοπούμενα με όρους θεάματος δημιουργώντας το πεδίο αφενός για να καταδικάσουν συλλήβδην τη βία (από όπου κι αν προέρχεται) και αφετέρου για να ομογενοποιήσουν με χλεύη κάθε ακηδεμόνευτη αντίδραση απέναντι στο κράτος και τα τσιράκια του, καθιστώντας κάθε διαμαρτυρία σε έκφραση ματαιότητας.
Η παράθεση των γεγονότων καταδηλώνει, μεταξύ άλλων, την ανοχή, αν όχι τη συνεργασία, του κράτους με την αριστερίστικη γκρούπα σε διάφορα επίπεδα των πυλώνων εξουσίας (πρύτανης, μπάτσοι, εισαγγελείς, υπουργοί, μμε). Όπως αποδείχθηκε, ένας εκ των αρχηγών της ΑΡΑΣ ονόματι Μελισσαρόπουλος, αναπλ. διευθύνων σύμβουλος της ICAP, και ο πρύτανης Χατζηγεωργίου, ως παλιοί συνδαιτυμόνες χαράσσουν στρατηγική πάνω στα σώματα μας εδώ και καιρό με αμφίδρομα πολιτικά και οικονομικά οφέλη. Ο τελευταίος μάλιστα έσπευσε να ανακοινώσει αλλαγές στον τρόπο διεξαγωγής των επετειακών εκδηλώσεων του τριήμερου.
Λίγα λόγια για την κατάσταση στο Πολυτεχνείο τα τελευταία χρόνια
Μέσα στην περίοδο της covid 19, το κράτος εκμεταλλευόμενο το κλίμα πειθάρχησης, επιτήρησης και την κατάσταση εξαίρεσης, βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία να απομονώσει τον χώρο του κάτω Πολυτεχνείου και, μεταξύ άλλων, να εκκενώσει το κτίριο Γκίνη (όπου εκείνη την περίοδο στεγάζονταν μετανάστες/ριες, με σκοπό να τους στοιβάξουν σε κέντρα κράτησης), ενώ για τη φύλαξή του ιστορικού συγκροτήματος της Πατησίων στρατοπεδεύουν όλων των ειδών οι μπάτσοι με σκοπό να αποτρέψουν οποιαδήποτε μαζική είσοδο-κατάληψη στον χώρο. Τον Νοέμβρη του ΄23 αναλαμβάνει καθήκοντα πρύτανη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου ο Χατζηγεωργίου, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Μπουντουβή. Είναι ο πρώτος «διορισμένος» στην ουσία πρύτανης, αφού με το νέο μοντέλο διακυβέρνησης εκλέγεται από το κλειστό Συμβούλιο Διοίκησης και όχι με άμεση ψηφοφορία από την πανεπιστημιακή κοινότητα που οργάνωνε η Σύγκλητος. Ο ίδιος, υπέρμαχος του κρατικού σχεδιασμού για τα πανεπιστήμια, την πρακτική κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου και την εισαγωγή εταιρειών στις πανεπιστημιακές διεργασίες με σκοπό το κέρδος, αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας την κυβερνητική εντολή με σαφή στόχο την κοινωνική απονεύρωση των πανεπιστημιακών χώρων(κάτι που είχε ξεκινήσει ήδη ο προκάτοχός του). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον δείχνει και για το ιστορικό συγκρότημα της Πατησίων, το οποίο αποτελεί «αγκάθι» για την κυβέρνηση και τους σχεδιασμούς της για την ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων.
Στο «βιογραφικό» του Χατζηγεωργίου θα προστεθούν από τότε πολλά. Ενδεικτικά να αναφέρουμε την εκκένωση όλων των καταλήψεων στο πάνω και κάτω Πολυτεχνείο (Στέκι Πολυτεχνείου, Κατειλημμένος Παπασωτηρίου, Γραμμικό, στέκι αρχιτεκτονικής, κατάληψη Carthago, κατάληψη Μηχανουργείου και το Φωτογραφικό), το άδειασμα όλων των κτιρίων (με απευθείας αναθέσεις) με σκοπό την έναρξη «εργασιών» (οι οποίες δεν ξεκίνησαν ποτέ πέραν της καταστροφής και βανδαλισμού ακόμα και χαρακτηρισμένων ως διατηρητέων κτιρίων από πλευρά της πρυτανικής αρχής), το κλείσιμο με ηλεκτροκόλληση της πύλης στη Στουρνάρη ώστε να αποτραπεί οποιαδήποτε προσπάθεια εισόδου, την τοποθέτηση καμερών εντός και εκτός των χώρων του Πολυτεχνείου, την περίφημη «βραδιά του Ερευνητή» (ασφαλίτες και ΟΠΚΕ με εντολή του εισέβαλαν σε κτίριο του ΕΜΠ, ξυλοκόπησαν και συνέλαβαν φοιτητές/ριες και ερευνητές/ριες τον 9/2024) και πιο πρόσφατα τις πειθαρχικές διώξεις 15 φοιτητών/ριων αρχιτεκτονικής που συμμετείχαν σε αποφασισμένη από Γ.Σ, του φοιτητικού συλλόγου κατάληψη, με σκοπό τη διαγραφή τους. Όλο αυτό το διάστημα φαίνεται παράλληλα να επιχειρεί και να επιτυγχάνει την κατοχύρωση κτιρίων του ΕΜΠ υπό τον πλήρη έλεγχό του, παρακάμπτοντας αποφάσεις συνελεύσεων καθηγητών και φοιτητών και αφαιρώντας την αυτονόητη για την πανεπιστημιακή κοινότητα και κοινωνικά κατεκτημένη αυτόνομη διαχείριση του χώρου της. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί ο εκκενωμένος χώρος του Μηχανουργείου, μιας κατάληψης που για πάνω από είκοσι χρόνια αποτελούσε χώρο αυτοδιαχειριζόμενο από φοιτητές της αρχιτεκτονικής (και όχι μόνο) και παρείχε από τη μία τη δυνατότητα στους φοιτητές να αυτοοργανωθούν με οριζόντιο τρόπο και από την άλλη τη φιλοξενία σε εκατοντάδες ανοιχτές εκδηλώσεις (συναυλίες, συνελεύσεις, παρουσιάσεις) με γνώμονα πάντα την αυτοοργάνωση.
Ο Χατζηγεωργίου για να πετύχει την πλήρη εναρμόνιση ή και συναίνεση όλων των εμπλεκομένων με αυτή τη συνολική κατασταλτική στρατηγική, δείχνει να δημιουργεί κύκλους επιρροής βασιζόμενος σε απειλές, συμφωνίες ή αναθέσεις ανάλογα με τα πρόσωπα και τη δύναμη που έχει το καθένα. Ρουφιάνοι φύλακες, τσιράκια φοιτητές, εργολάβοι με απευθείας αναθέσεις έργων, μπίζνες εκατομμυρίων με εταιρείες μεταξύ των οποίων και η συνεργασία ΕΜΠ με την ισραηλινών συμφερόντων intracom defence, κυλικειάρχες, μπάτσοι και μπράβοι εντός πανεπιστημιακών χώρων να σουλατσάρουν και να απολαμβάνουν τον καφέ τους κ.ά. Με ένα σύστημα που θυμίζει μαφία, στοχεύει αφενός στη στρατιωτικοποίηση της πανεπιστημιακής κοινότητας και ιδιαίτερα του ΕΜΠ, επιβάλλοντας τη νέα ακαδημαϊκή «κανονικότητα» και αφετέρου την πλήρη διαγραφή της ιστορικής μνήμης του χώρου του Πολυτεχνείου.
Η στρατιωτικοποίηση των ακαδημαϊκών χώρων εκκινεί από την από δεκαετίας προσπάθεια της κρατικής διαχείρισης με σκοπό την κοινωνική και πολιτική υποβάθμιση και εν τέλει απονέκρωση της πανεπιστημιακής κοινότητας από τις κοινωνικοπολιτικές διεργασίες.
Στο παραπάνω πλαίσιο, ο περιβάλλων χώρος των πανεπιστημίων πρέπει να εξευγενιστεί, να «καθαρίσει» από τα σημαίνοντα και να αποκτήσει ένα πιο μοντέρνο εξωραϊσμένο «κέλυφος»πάνω στο άρμα της ανάπτυξης. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η εμπλοκή του ΕΜΠ στα σχέδια καταστολής της κατάληψης του ευαγγελισμού στην Κρήτη.
Επανερχόμενες στο συγκρότημα του κάτω Πολυτεχνείου, τα κτίρια αυτά που αποτελούν σύμβολα αντίστασης, οι σχέσεις και οι διεργασίες που συντελούνται εντός τους, αλλά και η ανατρεπτική - εξεγερτική τους δυναμική αποτελούν αγκάθι στον κρατικό σχεδιασμό.
Το τριήμερο του Πολυτεχνείου δεν αποτελεί εξαίρεση στην παραπάνω κρατική και θεσμική προσπάθεια για τον νέο «στρατιωτικό νόμο» εντός των πανεπιστημιακών χώρων και την εγκαθίδρυση μιας νέας κυρίαρχης αφήγησης. Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μια εντατικοποίηση της προσπάθειας συγκεκριμένης νοηματοδότησης του τριημέρου του Πολυτεχνείου, η οποία εκφράζεται μέσω των θεσμών αλλά και από μέρος του ευρύτερου κινήματος, στο όνομα του "Λαού" και στην οποία δεν χωράει το ανεξέλεγκτο, το απροσδιόριστο, το μη κανονικό, το εξεγερσιακό. Είναι η στιγμή αυτή όπου η κρατική πολιτική συναντάει τις κανιβαλιστικές πρακτικές των εκκενώσεων, των διώξεων και της σιωπηλής (και μη) γνώσης και παραίνεσης σε αυτές από πλευράς "κινηματικών" δυνάμεων.
Η οπορτουνίστικη οργάνωση ΑΡΑΣ
Η ΑΡΑΣ, γνήσιο τέκνο της λεγόμενης ανανεωτικής αριστεράς, και ένα από τα υποκείμενα των πολυδιασπάσεων του «εξωκοινοβουλευτικού» αριστερού χώρου, έγινε γνωστή μέσα από τη συμμετοχή της στα φοιτητικά σχήματα ΕΑΑΚ μετά την ίδρυσή της το 1997.
Τη συναντάμε στα φοιτητικά του 2006-2007, κατά τη διάρκεια των οποίων είναι πανθομολογούμενη η προσπάθειά της να καπηλευτεί τον αγώνα και να ηγεμονεύσει εντός των πανεπιστημίων, τόσο απέναντι στα ακηδεμόνευτα κομμάτια του κινήματος, όσο και στο εσωτερικό των ΕΑΑΚ.
Την ίδια περίοδο, στον δρόμο παίζει τον ρόλο του περιφρουρητή της κοινωνικής ειρήνης και της νομιμότητας, στήνοντας αλυσίδες και μασίφ μπλοκ απέναντι σε διαδηλωτές/ριες που υφίσταντο την αστυνομική καταστολή, αποκόπτοντας στην ουσία τη διαφυγή τους. Η δράση της, όταν δεν ήταν κατασταλτική απέναντι στα συγκρουσιακά κομμάτια του κινήματος, περιοριζόταν στην περίφημη «ελεγχόμενη σύγκρουση», ένα φιλικό δηλαδή μπρα ντε φερ με την αστυνομία.
Στο κομματικό πολιτικό πεδίο τη συναντάμε εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, προσπαθώντας 365 μέρες το χρόνο να πείσει (κυρίως) φοιτητές για την πολιτική σημασία της εκάστοτε εκλογικής διαδικασίας και τελικά να φτάνει αγκομαχώντας στο ανυπέρβλητο μηδέν κόμμα κάτι τα εκατό. Φυσικά, η εκλογολαγνεία επενδύεται με φανφάρες για τον «επαναστατικό μαρξισμό» που βασίζεται στις «θεωρητικές και επιστημονικές αρχές που επεξεργάστηκαν οι Μαρξ, Ενγκελς, Λένιν».
Και, αφού με βάση τους Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν η ΑΡΑΣ μας ενημερώνει πως «τοποθετείται κριτικά, ως προς τις ιστορικές εκδοχές του κομμουνιστικού κινήματος, ιδίως αυτές που κατέλαβαν ή και ταυτίστηκαν με την κρατική εξουσία και απέτυχαν ως προς το στρατηγικό τους στόχο», το καλοκαίρι του 2015 πραγματοποιεί μια επιδέξια ιδεολογική κυβίστηση και αποχωρεί από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ για να συμμαχήσει με τη ΛΑΕ (Λαϊκή Ενότητα). Αυτή τη ΛΑΕ, τα μέλη της οποίας κυβερνούσαν μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ, πριν αποχωρήσουν το καλοκαίρι του 2015.
Και για να εμπεδωθεί πόσο «κριτικά» τοποθετείται η ΑΡΑΣ απέναντι σε αυτούς που ταυτίστηκαν με την κρατική εξουσία και απέτυχαν, το 2023 συνεργάστηκε και με το ΜέΡΑ 25 του πρώην υπουργού Οικονομικών Βαρουφάκη.
Πέρα από τα οπορτουνίστικα παιχνίδια στο κομματικό/εκλογικό πολιτικό επίπεδο, η ΑΡΑΣ φροντίζει να μας ενημερώσει πώς (και) στο σήμερα αντιλαμβάνεται τον δρόμο. Αποτιμώντας, λοιπόν την περασμένη άνοιξη τις μεγάλες πορείες της προηγούμενης χρονιάς για τα Τέμπη, αναφέρει ανάμεσα σε άλλα:
«Σημαντικό ρόλο στη δυνατότητα της κυβέρνησης να διαχειριστεί το μέγεθος της συγκέντρωσης έπαιξε η αξιοποίηση της δράσης προβοκατόρικων ομάδων που δημιούργησαν τις αφορμές για να δικαιολογήσει η αστυνομία την κατασταλτική βία που άσκησε με σκοπό να διαλύσει την συγκέντρωση».
Και, εάν κανείς πιστεύει ότι η αντιστροφή της πραγματικότητας και η μετατόπιση της ευθύνης για την καταστολή από τους κατόχους του μονοπωλίου της βίας (κράτος) στους διαδηλωτές, είναι μια ικανά οικτρή πολιτική θέση και πιο κάτω δεν έχει, πλανάται πλάνην οικτρά.
Στην ίδια προκήρυξη της άνοιξης του 2025 για τις διαδηλώσεις των Τεμπών και αφού συμπεραίνει ότι οι συγκρούσεις έγιναν από «περιθωριακές ομάδες», μας εξηγεί η ΑΡΑΣ: «Εάν την πρωτοβουλία των επιθέσεων την έχουν οι κρατικοί μηχανισμοί (…) τότε οι κινήσεις άμυνας είναι καταρχήν νομιμοποιημένες και θεμιτές. Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, βέβαια, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο ευρύτερος πολιτικοϊδεολογικός συσχετισμός, η αποδοχή ή έστω η ανοχή της πλειοψηφίας των λαϊκών στρωμάτων. Όπως επίσης είναι σημαντικό ζήτημα ο βαθμός νομιμοποίησης των φορέων που υλοποιούν μία αντιπαράθεση. Όσο και αν φαίνεται (και να είναι) μία αντιπαράθεση δίκαιη, δεν μπορεί να γίνεται ερήμην ή χωρίς την ανοχή φορέων του μαζικού κινήματος (συνδικάτων, συλλόγων, κομμάτων) κ.λπ.».
Μέσα από αυτό το πλαίσιο, της προβοκατορολογίας, της ιδιωνυμιακής αντιμετώπισης των άλλων διαδηλωτών («βαθμός νομιμοποίησης»), της ιδιοκτησιακής αντίληψης για το κίνημα και τον δρόμο, την επίκληση ενός αόριστου «πολιτικοϊδεολογικού συσχετισμού» και μιας κάποιας ανωτερότητας «φορέων του μαζικού κινήματος» που η ίδια η ΑΡΑΣ κρίνει κατάλληλους, γίνεται σαφές πως η επίθεσή της στο τριήμερο του Πολυτεχνείου 2025, μόνο τυχαία δεν ήταν.
Και ακριβώς η (αυτό)αναγωγή της γκρούπας αυτής σε πολιτικό πατερούλη τον οποίο θα πρέπει να ρωτάμε για το τι και πώς θα κάνουμε, μαρτυρά και το πώς φτάσαμε στα επίμαχα γεγονότα της 15ης Νοεμβρίου 2025.
Από τη στιγμή που ο επιχειρησιακός πατερούλης της επίθεσης στο Πολυτεχνείο είναι CEO πολυεθνικής και έχει αγαστή συνεργασία και παχυλή οικονομική δοσοληψία με τον ακροδεξιό πρύτανη της πανεπιστημιακής καταστολής Χατζηγεωργίου, συμπεραίνουμε πόσο υποκριτική είναι η καταστατική διακήρυξη της ΑΡΑΣ για την «επαναστατική ανατροπή του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού», όσο και ότι «δεν μπορεί να διατηρεί στις γραμμές της μέλη τα οποία αμφισβητούν τα βασικά ιδεολογικο-πολιτικά της χαρακτηριστικά και τις αρχές οργανωτικής λειτουργίας».
Όπως, συνεχίζει να διατηρεί στις γραμμές της και να καλύπτει ηγετικό της στέλεχος στο Ηράκλειο Κρήτης, το οποίο έχει επανειλημμένα καταγγελθεί ως κακοποιητής, επιβεβαιώνοντας πως πρόκειται για μια οργάνωση που βρίθει από σεξιστικές και μάτσο συμπεριφορές αναπαράγοντας στο ακέραιο το πατριαρχικό πρότυπο καταπίεσης.
Η επιβολή της ηγεμονίας και η αντιεξεγερτική πολιτική
Η επίθεση της ΑΡΑΣ μπορεί να γίνει αντιληπτή μέσα από ένα πρίσμα διαφορετικών αλλά αλληλένδετων παραγόντων, που προσιδιάζουν στην ιστορία και την πολιτική στρατηγική του μορφώματος.
Δεν μπορεί να διαφεύγει το γεγονός ότι πρόκειται, αρχικά, για κεντρική πολιτική επιλογή, σχεδιαζόμενη πρωτύτερα. Η επιλογή του πεδίου έκφρασης επιβολής της πολιτικής της ηγεμονίας μέσω της βίας και της πυγμής εντός του τριήμερου του Πολυτεχνείου, φανερώνει την κεντρικότητα της ενέργειας, έχοντας την εντύπωση αποκόμισης διάφορων πολιτικών οφελών για την οργάνωση. Η εκκαθάριση του χώρου του Πολυτεχνείου από τον αναρχικό λόγο και πράξη, συνεπής προς την σταλινική της μεθοδολογία, συνιστά έναν πρώτο προφανή λόγο της δράσης της έχοντας ως στόχο τον εκτοπισμό των αντιθεσμικών και ανεξέλεγκτων προταγμάτων και της ακηδεμόνευτης δράσης. Ο εσωτερικός εχθρός των κινημάτων, οι «μαύροι», όπως αποκαλούσαν κατά το πογκρόμ τους αναρχικούς που δέχθηκαν την επίθεση, έπρεπε να κατασταλούν με φυσικό τρόπο. Η αγριότητα που έγινε αυτό αποκαλύπτει πέρα από μια σταλινική πρακτική, και το επίκεντρο της δράσης της ΑΡΑΣ ως σώμα χωροφυλακής σε ένα πεδίο που θεωρεί «τσιφλίκι» της. Μια δύναμη καταστολής που θα πρόσφερε την οριστική λύση εντός του κινήματος με τους «μαύρους».
Η εκδίωξη των αναρχικών εντάχθηκε αναπόφευκτα στην ευρύτερη στρατηγική του μορφώματος για την ηγεμονική οριοθέτηση της επετείου μέσα από την απονοηματοδότηση των εξεγερτικών περιεχομένων του Πολυτεχνείου. Ο βραχνάς που λέγεται αναρχικός λόγος που συνεχίζει να συντηρεί το πρόταγμα της εξέγερσης εντός του μεταπολιτευτικού δημοκρατικού πλαισίου έπρεπε να εξαγνιστεί. Η επιτυχία ενός τέτοιου στόχου σε βάρος ενός πολιτικού υποκειμένου που πάρα τις εσωτερικές διαφωνίες, αντιπαραθέσεις και λάθη παραμένει ένα υπολογίσιμο πολιτικό μέγεθος με ανεξέλεγκτα αντισυναινετικά χαρακτηριστικά στον δρόμο, συνιστά έναν κεντρικό σκοπό με διττή στοχοθεσία. Από τη μία, η επιτυχία της επιχείρησης καταστολής της ΑΡΑΣ θα πρόσφερε την πρακτική επικύρωση της ηγεμονίας της πάνω σε ένα πολιτικό σώμα, το οποίο με όρους ισχύος θα είχε περιοριστεί. Από την άλλη, η επικυρωμένη ηγεμονία της θα δημιουργούσε το έδαφος για την εξασφάλιση των πρωτείων απέναντι και σε άλλες δυνάμεις του λεγόμενου κινήματος, με το βλέμμα κυρίως προς το ΚΚΕ και τα άλλα τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, τα οποία εξάλλου έχουν ήδη δεχθεί τη βίαιη περιθωριοποίηση εντός των κοινών σχημάτων τους (ΕΑΑΚ).
Την αντίληψη αυτή, εξάλλου, την έχουν κοπιάρει από την πολιτική κοιτίδα του σταλινισμού του παραδοσιακού δερβέναγα του κινήματος, του ΚΚΕ. Η συστοιχία των επιθέσεων σε βάρος των ανυπάκουων υποκειμένων, από τη βίαιη εκκαθάριση του Χημείου το 1979 από τα ΚΝΑΤ του Μαλάμη, την παράδοση στην αστυνομία με κυκλωτική κίνηση 150 αναρχικών στο αναρχικό μπλόκ του Πολυτεχνείου το 1998, την επιχείρηση καταστολής αναρχικών και άλλων διαδηλωτών στη μεγαλειώδη αντιμνημονιακή-απεργιακή διαδήλωση της 20ης Οκτώβριου 2011, που το ΚΚΕ ανέλαβε τον ρόλο του περιφρουρητή της Βουλής, μέχρι σήμερα και την επίθεση της ΑΡΑΣ στο Πολυτεχνείο, (η συστοιχία αυτή) δεν αποκαλύπτει παρά το κοινό νήμα που ενώνει την αντίληψη της σταλινικής αριστεράς για την εκκαθάριση στο βάθος του σχεδίου κάθε έννοιας ακηδεμόνευτης δράσης, αντιθεσμικότητας και ανατρεπτικών περιεχομένων, λόγω και πράξη.
Παράλληλα, αυτοεπιβεβαιώνει το μεσσιανικό ρόλο που η αριστερή αντίληψη της ηγεμονίας εντός των κινημάτων έχει αποδώσει η ίδια στον εαυτό της, που συνιστά κι έναν εσωτερικό πολιτικoφιλοσοφικό πυρήνα νομιμοποίησης της αγριότητας της βίας ή της παράδοσης στο κράτος και την αστυνομία των αναρχικών. Δηλαδή των υπονομευτών προβοκατόρων κουκουλοφόρων που διασαλεύουν την οριοθετημένη κοινωνική και ταξική ειρήνη και τολμούν να ψελλίζουν ακόμη το επαναστατικό όραμα της ανατροπής.
Υπό αυτό το πρίσμα, η αριστερή αυτή αντίληψη βρήκε την τέλεια προσάρτηση της στην οργανωμένη αντι-εξεγερτική πολιτική του κράτους, που ακολούθησε τον τρόμο των κυρίαρχων από την κοσμογονία της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008.
Μιας εξέγερσης, που το ΚΚΕ απαξίωνε γιατί «η πραγματική λαϊκή εξέγερση δεν πρόκειται να σπάσει ένα τζάμι», σύμφωνα με τα περίφημα λόγια της τότε γραμματέως Παπαρήγα, και στο πλαίσιο της οποίας άλλες αριστερές δυνάμεις ήταν αναγκασμένες να ακολουθήσουν την πρωτοφανή έκλυση των αυτοργανωμένων προταγμάτων και της άμεσης αντιβίας που αμφισβητούσε το μονοπώλιο της βίας του κράτους. Και το χειρότερο για αυτούς, ήταν ότι οι αντιλήψεις και πρακτικές αυτές είχαν γίνει μαζικές και οικειοποιήσιμες από ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια.
Για τον λόγο αυτό εξάλλου η άμεση απάντηση του κράτους δεν ήταν μόνο η βίαιη καταστολή των γκλομπ και των χημικών της αστυνομίας, αλλά μια ραγδαία αναβάθμιση/θωράκιση του κατασταλτικού οπλοστασίου με πρώτο ορόσημο τη νομοθέτηση του ιδιώνυμου αδικήματος της κουκούλας. Όχι, μόνο ως συνώνυμο του χώρου που την οικειοποιείται για την προστασία του από την ποινική καταστολή, αλλά κυρίως ως τη θέση μάχης που συνδέθηκε πίσω από αυτή και διευρύνθηκε κοινωνικά, δηλαδή της ακηδεμόνευτης αντιθεσμικής βίας απέναντι σε κρατικούς και καπιταλιστικούς στόχους.
Η αυστηροποίηση των ποινών για φθορές, διατάραξη, κλπ, που ακολούθησε, η ενίσχυση του αντιτρομοκρατικού νόμου με διεύρυνση των τρομοκρατικών αδικημάτων, η εξοπλιστική αναβάθμιση των μονάδων τάξης και η ίδρυση της εποχούμενης συμμορίας της ΔΕΛΤΑ, όπως και η εκπαίδευση της αστυνομίας μέσα από στρατιωτικά εγχειρίδια και μεθόδους καταστολής πληθυσμών σε αστικό ιστό, η αναζωπύρωση του αστυνομικοπολιτικού σχεδίου για «ασφαλείς πόλεις» με επίκεντρο την εκκαθάριση των «εστιών ανομίας» (καταλήψεις), ειδικά στο κέντρο, και την απονέκρωση των πανεπιστημιακών χώρων ως εστιών αντίστασης και αναπαραγωγής της εξεγερτικής παράδοσης με την αποστείρωσή τους από τις κοινωνικές διεργασίες, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, είναι μερικά μόνο στιγμιότυπα της ονομαζόμενης αντι-εξεγερτικής πολιτικής που αποτέλεσε αιχμή των κυρίαρχων μπροστά στον φόβο της διάδοσης των ανατρεπτικών προταγμάτων και της αμφισβήτησης του εξουσιαστικού αντιπροσωπευτικού συστήματος λειτουργίας εντός των κοινωνιών. Για αυτό έπρεπε να κατασταλεί όχι απλά το εξεγερτικό πρόταγμα έργω και θεωρία, αλλά και στη ρίζα της η αντίληψη που άρχισε να εκλύεται: μήπως τελικά μπορούμε να ζήσουμε κι αλλιώς, πέρα από την ανάθεση και τις κυρίαρχες αξίες ζωής;
Αυτή λοιπόν την κρατική αντι-εξεγερτική πολιτική που συνεχίζει να αποτελεί βασικό τμήμα των κρατικών κατασταλτικών πολιτικών μέχρι σήμερα, υπηρέτησε με συνέπεια η ΑΡΑΣ στο Πολυτεχνείο ενώνοντας το σημείο της πολυεπίπεδης κρατικής καταστολής των εξεγερτικών/ανατρεπτικών προταγμάτων με τις ηγεμονικές επιδιώξεις απονοηματοδότησης αυτών και εκκαθάρισης της παρουσίας των αναρχικών στο τριήμερο. Ως το μακρύ χέρι του κράτους, φυσικά.
Η επικυριαρχία που επιζήτησε μέσα από τη δράση της, είχε το ρίσκο της αντίστασης των αναρχικών, όπως και αποδεικνύεται, το οποίο φυσικά και γνώριζαν οι ηγέτες της οργάνωσης. Όμως η στρατηγική υποδείκνυε έναν ιδεολογικά συνεπή για αυτή στόχο εντός των κινημάτων: αν επιτύχει, κυριαρχήσαμε επί όλων.
Μερικές επισημάνσεις για την αναγωγή στο Πολυτεχνείο του 2017
Μετά την ανάληψη ευθύνης που ανάρτησε η ΑΡΑΣ για την επίθεση, επανήλθαν στον πολιτικό διάλογο τα γεγονότα με το «σπάσιμο» της κατάληψης στο τριήμερο του Πολυτεχνείου του 2017, το οποίο η αριστερή οργάνωση έθεσε μεταξύ άλλων στο κεντρικό κάδρο αιτιολογώντας το πογκρόμ της. Δεν είναι σκοπός του παρόντος κειμένου να αναλύσει πάλι την ιστορική πολιτική τομή που επισυνέβη ούτε να εξετάσει τη γενεαλογία των αντιλήψεων που διαπλέκονταν σε έναν πόλεμο ηγεμονίας τα προηγούμενα (του 2017) χρόνια στα Εξάρχεια, κορυφαία στιγμή του οποίου ήταν το σπάσιμο της κατάληψης (σχετικά έχουμε αναπτύξει τη δική μας κριτική προσέγγιση στη μπροσούρα «Σκέψεις πάνω στους διαχωρισμούς, την επιβολή και την ηγεμονία εντός του α/α κινήματος» που συγγράψαμε μαζί με άλλες ομάδες και συντρόφους/ισσες-Ιούλιος 2018)
Εντούτοις δεν μπορούμε παρά να φωτίσουμε ξανά προς την κατεύθυνση της πλήρους εκρίζωσης την πτυχή αυτή των στρεβλών πολιτικών αντιλήψεων που εκφράστηκαν κατά το τριήμερο του 2017, αφήνοντας μια διεμβολιστική για τα αξιακά μας προτάγματα και τραυματική για τη συλλογική αναρχική δράση παρακαταθήκη.
Μια παρακαταθήκη πολιτικού ανταγωνισμού, ηγεμονίας και διαχωρισμού πάνω στην οποία πάτησε αφετηριακά (και) η ΑΡΑΣ προσπαθώντας να νομιμοποιήσει την επίθεσή της. Θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο «δεν ανοίγει μέτωπο με το α/α χώρο» αλλά αντιπαλεύει «άλλες ομάδες και πρακτικές», που «δεν έχουν πραγματική πολιτική παρουσία ή πολιτικό περιεχόμενο», και «γύρω από αυτές, διαχρονικά συσπειρώνονται χουλιγκάνοι, πρόσωπα εμπλεγμένα με πρακτικές του κοινού ποινικού δικαίου, τα οποία ενδύονται τον μανδύα των «αναρχικών».
Πέρα από τη διαπίστωση-κλαυσίγελο, το αριστερό μόρφωμα να βάζει σε εισαγωγικά τη λέξη «αναρχικός» οριοθετώντας, όπως κάνει παραδοσιακά η σταλινική αριστερά το ποιοι είναι οι πραγματικοί επαναστάτες, αγωνιστές, αναρχικοί, κλπ, είναι αναντίρρητο το γεγονός ότι η κουλτούρα των διαχωρισμών προέλασε και εντός των κόλπων του α/α χώρου.
Η διχοτόμηση και διαίρεση που προέκυψε τα τελευταία 15 χρόνια-χωρίς φυσικά να εξαντλείται ούτε να ξεκινά στο Πολυτεχνείο του 2017- με βάση το δίπολο εξεγερσιακός / κομφορμιστής, αναρχικοί της πράξης / θεωρητικοί, μαχητικοί/μη μαχητικοί σύντροφοι, ήταν σύμφωνα με τη δική μας ανάλυση το αντεστραμμένο δίπολο του αφορμαλισμού / σοβαρής οργάνωσης, των κοινωνικών/αντικοινωνικών αναρχικών, των καλών/κακών διαδηλωτών και της υπεύθυνης/παρασιτικής αναρχίας, αναδεικνύοντας ανυπέρβλητες διαχωριστικές γραμμές και κυρίως ταυτότητες, με τις οποίες κατά καιρούς διάφοροι φορείς έχριζαν τους εαυτούς τους και κυρίως, τους διπλανούς τους.
Μια ματιά στις ανακοινώσεις της εποχής του 2014-2017, θα έβλεπε το παραπάνω πολεμικό λεξιλόγιο να ανταλλάσσεται συλλήβδην μεταξύ αναρχικών.
Στη δική μας αντίληψη ο αναρχικός χώρος ποτέ δεν ήταν ένα εξιδανικευμένο ενιαίο σύνολο, το αντίθετο έβριθε διαφωνίες και τάσεις, που αυξομειώνονταν ανάλογα με την περίοδο. Η καταστολή έπαιζε πάντα κομβικό συσπειρωτικό ρόλο, εντούτοις για πολλά χρόνια, πέρα από το παραπάνω, υπήρχε ένα αίσθημα φαντασιακής εν πολλοίς αλλά με πραγματικά αποτελέσματα κοινότητας αναρχικών με πυξίδα τον αντικρατισμό και το επαναστατικό όραμα. Ο αφορμαλισμός ήταν μεν το κύριο όχημα, εντούτοις, η επεξεργασία μορφών οργάνωσης και δράσης και κυρίως πολιτικών περιεχομένων καθημερινού αγώνα μέχρι την καταστροφή του σάπιου αυτού κόσμου, αποτέλεσε, χωρίς προηγούμενη δομημένη πολιτική συμφωνία, συλλογικό διακύβευμα που έχει πληρώσει ο α/α χώρος με νεκρούς, φυλακισμένους, άπειρη καταστολή και χιλιάδες συλλήψεις, περισσότερες από κάθε άλλο κομμάτι των κινημάτων στη μεταπολίτευση.
Υπό αυτό το πρίσμα, η επαναστατική υπόθεση και το εξεγερτικό πρόταγμα, δεν ανήκουν προνομιακά στη μία ή την άλλη τάση του αναρχικού χώρου. Από τη δική μας σκοπιά, τα παραπάνω χαρακτηριστικά είναι συγκροτησιακά του αναρχικού προτάγματος, τα οποία μάλιστα διαφοροποιούν (και) μέσα από την ιστορική τους εξέλιξη την αναρχική παράδοση από την μαρξιστική και σοσιαλδημοκρατική.
Χρειαζόταν η ΑΡΑΣ το σπάσιμο της κατάληψης του 2017 ως εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για να υλοποιήσει το σημερινό πογκρόμ της; Η απάντηση για εμάς είναι πως όχι. Το 2017, αναμένοντας καρτερικά στην πλατεία Κάνιγγος σε αντίστοιχη παράλληλη συγκέντρωση με εκείνη στην πλατεία Εξαρχείων, δεν είχε τον συσχετισμό δυνάμεων και την κατοχή ισχύος να το πράξει, αν και η ρητορική της κατά των «μπαχαλάκηδων» ήταν πάνω κάτω η ίδια. Όταν εκτίμησε για διαφόρους λόγους, που αναλύονται, εν έτει 2025, ότι οι συσχετισμοί της δίνουν φυσικό πλεονέκτημα και ισχύ, όπως έχουν εκφραστεί τα τελευταία χρόνια ακόμη και απέναντι στις περιφρουρήσεις των ΚΝΑΤ, προχώρησε στην υλοποίηση μιας ηγεμονικής πολιτικής επιλογής.
Εντούτοις, σε αυτό που συνέβαλαν οι αντανακλάσεις των διαχωρισμών είναι στην τελική ανάληψη του ρίσκου από την ΑΡΑΣ της άσκησης ηγεμονικής βίας μέσα στο Πολυτεχνείο με όρους εφικτού, πρακτικού και συμβολικού, εκτοπισμού των αναρχικών.
Η πλειοδοσία δηλαδή της αντίληψης της οργάνωσης ότι θα εκκαθαριστεί σε πραγματικό και συμβολικό επίπεδο η προβολή και αναπαράσταση των αναρχικών αντιλήψεων αγώνα εντός του τριημέρου χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις. Ακόμη καλύτερα με όρους επιβολής, αν η αναπαράσταση αυτή εκδηλώνεται από μη αρεστές πρωτοβουλίες αναρχικών ή αναρχικών φοιτητών.
Η απάντηση στην ΑΡΑΣ και η πολιτική αυτονομία του αναρχικού / αντιεξουσιαστικού χώρου
Μετά το τέλος του τριημέρου πολλές αριστερίστικες οργανώσεις κατέθεσαν καταγγελτικές απόψεις που κάνουν λόγο για απομόνωση της ΑΡΑΣ -που θα γίνει με προσευχή-, ενώ άλλα σκεπτικά προτείνουν κάποιου είδους δικαιοσύνη που θα προκύψει εξελικτικά και ενδοκινηματικά και ότι η αντιβία απέναντι στους εξουσιαστές αναπαράγει κυριαρχικές αντιλήψεις. Απόψεις που καταλήγουν σε αυτό το πλαίσιο να νομιμοποιούν την ύπαρξη της ΑΡΑΣ. Για μας διακύβευμα αποτελεί πρωτίστως το αν θέλουμε να συνεχίσουμε να ανεχόμαστε αυτές τις αντιλήψεις και κατόπιν να εξετάσουμε τους τρόπους αντιμετώπισης τους. Οι προαναφερθείσες απόψεις έχουν ως βάση την ανοχή στην συνύπαρξη με αντιλήψεις όπως της ΑΡΑΣ, σημείο ιδιαίτερα προβληματικό στο προχώρημα της σκέψης και της δράσης μας. Με βάση τη σκέψη ότι τα κριτήρια που καθορίζουν την ανοχή και τη μη ανοχή είναι οι αξίες και το συλλογικό όραμα που έχουν τα άτομα για τον κόσμο, μπορούμε να προσεγγίσουμε δύο σημεία για το ξεπέρασμα τέτοιων καταστάσεων. Εστιάζοντας στην αποφυγή αντίστοιχων γεγονότων στο μέλλον αλλά και στην όξυνση των αντανακλαστικών μας, οφείλουμε να σταθούμε κριτικά σε καθετί το οποίο μας κάνει ευάλωτες σε κάθε λογής εξουσιαστικό μηχανισμό.
Η πολυδιάσπαση του α/α χώρου, η προσπάθεια (ανα)σύνθεσης του αναρχικού λόγου με ιστορικά αφηγήματα αριστερών καταβολών και η μετατόπιση του από τις ιστορικές ιδεολογικές του αναφορές, δημιουργούν εύφορο έδαφος ώστε να παρεισφρέουν εναντιωματικές ως προς τα αναρχικά προτάγματα αντιλήψεις και επομένως συμπεριφορές. Η αποστασιοποίηση/ιδιώτευση και η λογική της ανάθεσης που αυτή επιφέρει, περιορίζουν τα αντανακλαστικά μας απέναντι στις λογικές ηγεμονίας και συγκεντρωτισμού. Λογικές οι οποίες μάλιστα ορίζονται θεαματικά και αναπαράγονται επικοινωνιακά καταφέρνουν να κερδίζουν έδαφος απονοηματοδοτώντας τους αγώνες μας και παράλληλα διεμβολίζουν τα αναρχικά προτάγματα. Λογικές οι οποίες παρεισδύουν στη βάση μιας επινοημένης ανάγκης για μαζικότητα που καταντά αυτοσκοπός και εστιάζουν σε έναν αθεράπευτο οργανωτισμό για την επίτευξη του, ενώ ταυτόχρονα υποβιβάζουν τις αναρχικές διεργασίες με τη δημιουργία μετώπων στα οποία υποχωρούν ή εκλείπουν τα περιεχόμενα (μας). Η εναντίωσή μας σε αυτές τις λογικές είναι αυτονόητη, ως εκ τούτου μοναδική λύση αποτελεί η επαναφορά των αναρχικών αξιών σε κάθε πτυχή των ζωών μας. Να επεξεργαστούμε τις αντιφάσεις μας, να συγκροτήσουμε αρμονικά τις μορφές της διαφωνίας και να συλλογικοποιήσουμε τις αντιστάσεις μας ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας. Η συνύφανση ετερογενών πολιτικών θέσεων είναι εφικτή όταν προκύπτει συλλογικά και εκλείπει ο πολιτικός ανταγωνισμός, με οριζόντιες διεργασίες και εγκολπώνοντας διαλεκτικά τη χρήση των μέσων με βάση τον σκοπό. Γιατί όντως, όπως ορθά έχει γραφτεί, το ζήτημα για τους υποτελείς δεν ήταν ποτέ (απλώς) να συνειδητοποιήσουν τους μηχανισμούς της κυριαρχίας αλλά να συγκροτήσουν ένα σώμα που θα επιδιώκει κάτι άλλο πέρα από την κυριαρχία. (Ρανσιερ)
Το δεύτερο σημείο στο οποίο επικεντρωνόμαστε είναι η συνειδητοποίηση με τι ακριβώς ερχόμαστε αντιμέτωπα. Καλούμαστε να αντιπαρατεθούμε με τις θέσεις και τα χαρακτηριστικά μορφωμάτων που στηρίζουν την ύπαρξή τους στην ιεραρχία, την αποδοχή και τη συνδιαλλαγή με το κράτος, την οικονομική εκμετάλλευση, την κοινωνική και πολιτική καταπίεση, παρότι δίνουν μάχη για να αναπαράγουν μια ανεστραμμένη εικόνα.
Έτσι και η ΑΡΑΣ, όντας ένα ιεραρχικά δομημένο αριστερό συνονθύλευμα, επιδιώκει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να επιβληθεί, δίνοντας βαρύτητα στο πεδίο του δρόμου καθώς οι αναχρονιστικές πολιτικές του θέσεις είναι ξεπερασμένες. Εξάλλου είναι γνωστή η οργάνωση για τις θέσεις και την αποδοχή συγκέντρωσης εξουσιών σε ελίτ, ασπαζόμενη την εθνο-κομματική γραφειοκρατία που καθοδηγεί την τάξη προσδοκώντας ότι θα αποτελέσει κομματικό μονοπώλιο εξουσίας εντός των σχολών.
Κατ’ επανάληψη καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε τις ενέργειες και πρακτικές που απορρέουν από αυτές τις θέσεις και τις αντιλήψεις, προϊόντα ολοκληρωτικών ιδεολογιών και καθεστώτων που αντιμαχόμαστε ιστορικά. Όλα αυτά είναι κάποια μόνο χαρακτηριστικά που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει εναλλακτική παρά να συντρίψουμε αυτές τις αντιλήψεις με κάθε τρόπο και κατά συνέπεια να μην ανεχθούμε μορφώματα, όπως η ΑΡΑΣ, που τις φέρουν και τις αναπαράγουν.
Να συναρμόσουμε το πολιτικό όραμα και την οργή μας, να περιφρουρήσουμε την πολιτική αυτονομία και τις διαδικασίες αυτοκαθορισμού του α/α χώρου και να πραγματώνουμε σε κάθε πεδίο της καθημερινότητας τα προτάγματα μας προς έναν κόσμο ελεύθερο και ανεξούσιο. Και οι τρόποι για να το κατορθώσουμε είναι όσοι και τα μάτια που οραματίζονται την ουτοπία.
(βασσμένο στο κείμενο της συλλογικότητας Χορός της Καρμανιόλας, Δεκέμβριος 2025)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου